Περὶ τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς.
Τὴν δὲ μεγάλην τεσσαρακοστὴν οἱ μὲν κοσμικοὶ καταλυέτωσαν ἐλαίου καὶ οἴνου, ἐκτὸς τῆς τετράδος, καὶ // παρασκευῆς, οἱ δὲ μοναχοὶ τὸ σάββατον καὶ κυριακὴν μόνον. Καὶ εἰ δυνατὸν οἱ κοσμικοὶ μή τε οἶνον πίνειν ἐκτὸς σαββάτου καὶ κυριακῆς, εἰ δὲ ἐπίκειται ὀλιγοψυχίας ἀνάγκη, ἢ φιληδονίας, ἢ πολλῶν εὐλόγων αἰτίων καὶ οὐ προαιροῦνται, τέως τετραδοπαρασκευὴν μηδὲ ὀσμᾶσθαι οἶνον τοὺς μετανοεῖν βουλομένους ἅπαντας. Καὶ μάλιστα τῇ πρώτῃ ἑβδομάδι ὅλῃ μὴ τὸ σύνολον πίνειν. Τὴν δὲ ἐσχάτην ἤγουν πέμπτῃ καὶ μόνον, ἕως ὀλίγου τινός. (ΜΙΕΤ/ΙΠΑ, Συλλογή Χειρογράφων, αρ.23, ff.58rv)

ΕΙΚΟΝΑ 1. ΜΙΕΤ/ΙΠΑ, Συλλογή Χειρογράφων, αρ.23, ff.58r
Στη συλλογή χειρογράφων του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου ΜΙΕΤ, φυλάσσεται ένας καλά διατηρημένος κώδικας του 18ου αιώνα. Πρόκειται για ένα vademecum, ένα χρηστικό βιβλίο, κληρικού που ασκούσε χρέη πνευματικού.
Οι κώδικες αυτοί ήταν συνήθως σύνθετοι. Περιλάμβαναν κείμενα που προέρχονταν από διαφορετικά γένη: νομοκανονικά, πνευματικά / ηθικά, λειτουργικά, χρηστικά (καταλόγους, πρότυπα εγγράφων) κ.α.
Το χειρόγραφο φαίνεται να έχει συντεθεί από έναν γραφέα. Το πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του είναι ότι εναλλάσσει τύπους γραφών. Στα λειτουργικά κείμενα μιμείται την γραφή των Οδηγών, όπως συνηθίζεται να λέγεται ο συγκεκριμένος τύπος γραφής που προέρχεται από τον ύστερο 14ο αιώνα, αλλά χρησιμοποιήθηκε κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο σε παραλλαγές κατά την καταγραφή λειτουργικών κειμένων. Παράλληλα, στα υπόλοιπα κείμενα (πολύ πιθανό το ίδιο χέρι) γράφει πιο ελεύθερα, χρησιμοποιώντας μια φιλολογική γραφή, στο στιλ της ελαφρώς λοξής στρογγυλής καλλιγραφικής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το στιλ της γραφής αλλάζει στο ίδιο φύλλο.

EIKONA 2. ΜΙΕΤ/ΙΠΑ, Συλλογή Χειρογράφων, αρ.23, f. 187.
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έμπειρο γραφέα, καλλιγράφο, ορθογράφο, ο οποίος φροντίζει να διακοσμεί το κείμενο με φροντισμένα αρχιγράμματα με κόκκινο μελάνι και λιτά αλλά όμορφα διακοσμημένα επίτιτλα στις αρχές των τμημάτων. Επίσης με κόκκινο μελάνι έχουν καταγραφεί και οι τίτλοι των μερών. Οι σελίδες έχουν αριθμηθεί από τον ίδιο με κόκκινο μελάνι στην άνω εξωτερική γωνία κάθε φύλλου με αραβικούς αριθμούς (στα πρώτα φύλλα και με ελληνικούς). Το χαρτί (με υδατόσημο με μοτίβο τσαμπί σταφύλια, πιθανόν 17/18ου αι.) είναι στιλβωμένο, χαρακωμένο, ενώ στις άκρες του είναι χρωματισμένο. Μια κομψή στάχωση με εμπίεστες διακοσμήσεις με χρυσώματα πάνω σε καφέ δέρμα περιβάλλει τις ξύλινες πινακίδες, ενώ διατηρούνται καλά και τα δερμάτινα κλείστρα που καταλήγουν σε μεταλλικούς κρίκους. Στην μπρόστινη όψη φέρει εμπίεστη παράσταση της Θεοτόκου με το βρέφος, ενώ στην πίσω όψη τον Προφητάνακτα Δαβίδ.

EIKONA 3. ΜΙΕΤ/ΙΠΑ, Συλλογή Χειρογράφων, αρ.23, Η στάχωση
Ο κώδικάς μας περιλαμβάνει το Κανονάριο που αποδίδεται στον Ιωάννη τον Νηστευτή, από το οποίο προέρχεται το αρχικό απόσπασμα. Στην ίδια ενότητα υπάρχουν και κείμενα από άλλες νομοκανονικές συλλογές (όπως του Αριστηνού), συμπιλήματα κειμένων (όπως από το αποδιδόμενο στον Ιωάννη Δαμασκηνό, Λόγος Ψυχοφελής και Θαυμάσιος) περί αμαρτίας, μετανοίας, εξομολογήσεως. Αυτά ακολουθούνται από επισκοπικούς καταλόγους, πιττάκια (μοτίβα προσφώνησης κληρικών σε έγγραφα), πρότυπα συμμαρτυριών (συστατικών εγγράφων με τα οποία συνόδευαν οι πνευματικοί τους προς χειροτονία υποψηφίους), αλλά και λειτουργικά (ακολουθίες του αγιασμού, παρακλητικοί κανόνες, εξορκισμοί).

ΕΙΚΟΝΑ 4. ΜΙΕΤ/ΙΠΑ, Συλλογή Χειρογράφων, αρ.23, f. 207r
Το λεγόμενο Κανονάριο του Ιωάννη Νηστευτή, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (δεύτερο μισό 6ου αι.), είναι στην πραγματικότητα ένα κείμενο το οποίο δημιουργήθηκε πιθανόν μετά τον 7ο αιώνα, αλλά μεταξύ 9ου και 10ου αιώνα αποδόθηκε στον πατριάρχη του 6ου αιώνα. Το κείμενο αποτελεί σύνθεση από προηγούμενα νομοκανονικά, κανονιστικά και πνευματικά περί μετανοίας και εξομολόγησης κείμενα. Πιθανόν γραμμένο αρχικά από έναν Ιωάννη μοναχό, αργότερα, στο πλαίσιο της Στουδιτικής μεταρρύθμισης του 9ου-10ου αιώνα, περιβλήθηκε με μεγαλύτερο κύρος μέσω της απόδοσης σε έναν εγκεκριμένο από την παράδοση πατριάρχη και άγιο.

ΕΙΚΟΝΑ 5. ΜΙΕΤ/ΙΠΑ, Συλλογή Χειρογράφων, αρ.23, f.1r
Ο σκοπός και η σημασία αυτής της σύνθεσης ήταν στην πραγματικότητα μια μεταρρύθμιση στη διαδικασία της εξομολόγησης. Καθώς οι παλαιότερες και αυστηρότερες αρχές εφαρμογής των κανόνων στους πιστούς φαινόταν να μην ανταποκρίνονται πλέον στα ήθη και τις νοοτροπίες των σύγχρονων ανθρώπων, οι κληρικοί επιχείρησαν να διαφοροποιήσουν προς το ευμενέστερο την αντιμετώπιση των πιστών στην εξομολόγηση και να περιβάλλουν με μεγαλύτερη ευελιξία την όλη διαδικασία. Κύριος στόχος ήταν η μείωση του ‘μικρού αφορισμού’, δηλαδή της ποινής που επέβαλε την αποχή από τη συμμετοχή στην ευχαριστία, τον πυρήνα της χριστιανικής λατρείας. Η σημασία της αποχής από την λατρεία εξαιτίας κάποιας αμαρτίας, αποτελούσε για τους ανθρώπους των προνεοτερικών κοινωνιών μια ιδιαίτερα δυσάρεστη κατάσταση με κοινωνικές συνέπειες. Γεγονός, που ίσχυε μέχρι πρόσφατα, όπως αποτυπώνεται ακόμη και στη νεοελληνική λογοτεχνία, στο Διήγημα του Παπαδιαμάντη “Χωρίς στεφάνι’’, γραμμένο στο τέλος του 19ου αιώνα.
Το κείμενο που αποδίδεται στον Νηστευτή αποτυπώνει τόσο τη νοοτροπία αυτή, όσο και μια ιστορική μεταρρυθμιστική στιγμή. Το κείμενο αποτέλεσε το πρότυπο για τα κατοπινά Εξομολογητάρια (μια ομάδα κειμένων που πολλές φορές αποτελούν ξεχωριστούς κώδικες/βιβλία), το οποίο σώζεται σε πολλές εκδοχές και πολλά χειρόγραφα αντίγραφα. Τα κείμενα αυτά αφορούν την πράξη της εξομολόγησης και τη διαχείριση αμαρτιών, μετάνοιας και επιτιμίων, με βάση το κανονικό δίκαιο, και διακρίνονται σε εγχειρίδια για τον κλήρο με κανονικο-λειτουργικό χαρακτήρα, καθώς και σε κείμενα που απευθύνονται και στους λαϊκούς, δίνοντας έμφαση στη νουθεσία και στην προσωπική μετάνοια· συχνά τα δύο μέρη συνυπάρχουν στο ίδιο χειρόγραφο. Ως πρώιμα πρότυπα θεωρούνται το Κανονάριο, που αποδίδεται στον Νηστευτή, το έργο Περί Μετανοίας και Εξομολογήσεως του Νικόλαου Μαλαξού, ενώ προς τη λαϊκή κατεύθυνση κινείται το Εγχειρίδιον (1622) του Νικηφόρου Πασχαλέα. Σημαντικό σταθμό αποτέλεσε η έκδοση στη Βενετία (1724) της Διδασκαλίας Ωφελίμου περί Εξομολογήσεως και Μετανοίας του Χρύσανθου Νοταρά, ενώ με το Εξομολογητάριον (1799) του Νικόδημου ο Αγιορείτη κυρίως – και την μεταγενέστερη έκδοση (1837) του Πατριάρχη Κάλλιστου Α, βασισμένη στο έργο του Νεόφυτου Ροδινού – το Εξομολογητάριο παγιώθηκε ως αυτοτελής και καθιερωμένος τύπος εκκλησιαστικού βιβλίου.

EIKONA 6a-d. Έντυπα εξομολογητάρια

EIKONA 6a-d. Έντυπα εξομολογητάρια
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα χειρόγραφα αυτά απαντώνται συχνά με τους τίτλους Νόμιμον, Νομοκάνων, Νομοκανονικόν. Δεν πρέπει όμως να συγχέονται με το Νομοκάνονα που καθιερώθηκε ως ο τίτλος του βιβλίου που συνέταξε ο Μανουήλ Μαλαξός στα τέλη του 16ου αιώνα, το οποίο αποτελεί αποκλειστικά νομοκανονική συλλογή.

ΕΙΚΟΝΑ 7. ΜΙΕΤ/ΙΠΑ, Συλλογή Χειρογράφων αρ., 47, 1599, Νομοκάνων Μανουήλ Μαλαξού
Τα εγχειρίδια που αποδίδονται στον Ιωάννη Νηστευτή έχουν ποικίλες εκδοχές και παραδόσεις. Τρεις είναι κυρίως οι μορφές με τις οποίες παρουσιάζονται στα χειρόγραφα και η έρευνα τα έχει ονομάσει: (α) Πρωτοκανονάριο, (β) Δευτεροκανονάριο, (γ) Κανονικό. Παράλληλα, συνοδεύονται κάποιες φορές από τον τον “Λόγο προς τον μέλλοντα εξαγορεῦσαι’’, ο οποίος αποτελεί επιπλέον επεξεργασία. Τα κείμενα αυτά – κυρίως το πρώτο και το δεύτερο – αποτελούνται από ερμηνείες κανόνων που αφορούν περιπτώσεις αμαρτημάτων και των ποινών τους και την λατρευτική τάξη της μετάνοιας, δηλαδή της εξομολόγησης, με οδηγίες για τις κινήσεις κληρικού και πιστού, τα βιβλικά αναγνώσματα και τις ευχές. Τα κείμενα έχουν αρχικά εκδοθεί από τον Morini (μερική επανέκδοση στη Patrologia Graeca), τον Pitra και αργότερα κριτικά από τον Arranz.
Στο χειρόγραφό μας, εμφανίζονται και τα τρία κείμενα, με διαφοροποιήσεις ως προς την τελική αποτύπωση του κειμένου: το Δευτεροκανονάριο (από την αρχή μέχρι το φ. 22). Το Πρωτοκανονάριο (από το φ.22 μέχρι το φ. 69) και το Κανονικό (στα φφ. 69v-71r). Και τα τρία, όμως, με πολλές διαφορές με τις υπόλοιπες χειρόγραφες εκδοχές, συντομεύσεις, αντιμεταθέσεις τμημάτων, αλλαγές στη γλώσσα και το ύφος. Είναι σημαντικό, ως προς αυτό, να τονιστεί ότι τα χειρόγραφα της περιόδου δεν λειτουργούν απλώς ως αντίγραφα, αλλά ως φορείς διαφορετικών εκδοχών κειμένων και παραδόσεων. Όπως και με το Νομοκάνονα του Μαλαξού, πολλά έργα – όπως προσκυνητάρια, προγνωστικά, εξομολογητάρια, αγιολογικές και μουσικές συλλογές – ακόμη κι αν βασίζονται σε ένα αρχικό κείμενο, εμφανίζονται σε ποικίλες μορφές και όχι ως απλές αντιγραφές. Το ίδιο ισχύει και για τα λογοτεχνικά έργα. Φυσικά, είναι παράλληλη η μεγάλη η αξία που έχουν οι εκδοχές αυτές για τη μελέτη της γλώσσας, αλλά και των επιλογών που συνδέονται και φανερώνουν τοπικές και κοινωνικές συνάφειες και ιδιαιτερότητες.
Ωστόσο, διατηρούν τον χαρακτήρα και τον κειμενικό πυρήνα του έργου. Στην περίπτωση του Κανονάριου του Νηστευτή, το ζητούμενο είναι ο καθορισμός του έργου του εξομολόγου και κριτή στις τοπικές κοινωνίες. Οι οδηγίες που δίνονται σε αυτόν, πέρα από τους συγκεκριμένους κανόνες και τις ποινές, φανερώνουν και το ενδιαφέρον για την αποτελεσματικότερη εργασία του κληρικού μέσω της κατά το δυνατόν πιο άμεσης ανθρώπινης σχέσης προσαρμοσμένης στις πραγματικές και καθημερινές ανθρώπινες ανάγκες.
Σημειώνει ο συγγραφέας του κειμένου: «Ἐπεὶ οὖν οὕτως ἐστὶ τὸ ἡμῶν εὐόλισθον, δέον ἐστὶ τὸν τὰς ἐξομολογήσεις δεχόμενον, πάσης // ἀρετῆς και γνώσεως πληρῶσθαι, ἵνα ἁρμοδίως καὶ πρεπόντως διακρίνῃ τὰ πράγματα. Τινὲς γὰρ τῶν κατ’ἐμὲ ἀμαθῶν ἢ ἀλαζονικῶν ἢ καὶ τῶν μηδὲ ἑαυτοὺς ἐπισταμένων ἀγνοήσαντες ἑαυτοὺς εἰς πέλαγος ἀχανὲς πλεῦσαι τοσοῦτον καὶ ἑτέρους ἐμβαλεῖν ἐτόλμησαν, οὐ δι’ἀγιωσύνην καὶ ἀκριβῆ τῶν ἐντολῶν τήρησιν λέγω μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ ἀσπλαγχνίαν καὶ ἀσυμπάθειαν καὶ τὸ ἐλεεινότερον δι’ ἀπειρίαν καὶ ἀγροικίαν, καὶ ἀντὶ τοῦ θεραπεῦσαι καὶ ἰάσασθαι τινάς, ἀτέχνως μᾶλλον ἐφόνευσαν ἢ ἐθεράπευσαν».

ΕΙΚΟΝΑ 8. Συλλογή Χειρογράφων, αρ.23, f.27v
Σταύρος Γριμάνης, υπεύθυνος ΙΠΑ/ΜΙΕΤ
Βιβλιογραφία
• Arranz M., I penitenziali bizantini. Il Protokanonarion o Kanonarion Primitivo di Giovanni Monaco e Diacono e il Deuterokanonarion o “Secondo Kanonarion” di Basilio Monaco, Ρώμη 1993.
• Cozma I., «The Pedagogic and Therapeutic Character of Saint John the Faster’s Canons from Acribia to Condescension», European Journal of Science and Theology, 8 / Supplement 2 (2012), 227-238.
• Erickson J. H., «Penitential Discipline in the Orthodox Canonical Tradition», St. Vladimir’s Theol. Quartely 21 (1977), 191-206.
• Grumel P.V., Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople. τ. I: Les actes des patriarches. Fasc. I: Les regestes de 381 à 715, Παρίσι 1972, 107 ν.270.
• Herman E., «Il più antico penitenziale greco», OCP 19 (1953), 71-127.
• Migne J.-P., Patrologiae cursus completus: series graeca, τ. LXXXIII, Παρίσι 1864, στ. 1921-1926
• Morinus J., Commentarius historicus de disciplina in administrazione Sacramenti Poenitentiae tredecim primis seculis in Ecclesia occidentali, et huc usque in orientali observata, Parisiis 1651, 76 κ.εξ..
• Paverd, van de F., The Kanonarion by John, monk and deacon and Didascalia Patrum, Ρώμη 2006.
• Pitra J.B., Spicilegium Solesmense complectens Sanctorum Patrum scriptorumque ecclesiasticorum, τ. 4, Παρίσι 1858, 116 κ.εξ.
• Στρατηγόπουλος Δημοσθένης, «Το ΕΞομολογητάριο του Νικολάου του Μαλαξού και οι πηγές του», Κληρονομία 38 (Ιανουάριος 2014 – Δεκέμβριος 2015), 95-109.
• Κύριλλος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Νέον Ἐξομολογητάριον Φιλοπονηθὲν παρὰ Σοφωτάτου, ἀοιδίμου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυροῦ Καλλινίκου, εἰς ἁπλῆν φράσιν πρὸς κατάληψιν πάντων. Ἐπιθεωρηθέν, καὶ ἀκριβῶς ἐπιδιορθωθέν τε καὶ σχολιασθὲν παρὰ τοῦ Πανιερωτάτου ἁγίου πρώην Μεσημβρίας κὺρ Σαμουήλ, Ἀρχιδιδασκάλου τῆς κατὰ τὸν Κουρούτζεσμεν Ἑλληνικῆς τοῦ Γένους Σχολῆς, καὶ παρὰ τῶν λοιπῶν τῆς Ἐπιτροπῆς μελῶν ἐγκριθέν· Νῦν πρῶτον, ἀδείᾳ τοῦ Παναγιωτάτου ἡμῶν Δεσπότου, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κυρίου Κυρίου Γρηγορίου, τύποις ἐκδίδοται· σπουδῇ καὶ φιλοτίμῳ δαπάνῃ τοῦ Πανιερωτάτου ἁγίου Χίου Κυρίου Κοσμᾶ, πρὸς κοινὴν τῶν Ὀρθοδόξων ὠφέλειαν. Ἐν τῷ τῆς Κωνσταντινουπόλεως Πατριαρχικῷ Τυπογραφείῳ. παρὰ Α. καὶ Θ. Ἀργυράμμῳ. ᾳωλζ΄.
• Νικόδημος, Ἐξομολογητάριον ἤτοι Βιβλίον ψυχωφελέστατον (…) Παρὰ τοῦ ἐν τῶ Ἁγίῳ Ὄρει ἀσκήσαντος ἀοιδήμου πατρὸς Νικοδήμου. Ἤδη Τρίτον ἐκδοθὲν δαπάνῃ τοῦ Τυπογράφου. Ἐνετίῃσι. Παρὰ Νικολάῳ Γλυκεῖ τῷ ἐξ Ἰωαννίνων. 1818.
• Νικηφόρος Πασχαλεύς, Ἐγχειρίδιον μεθοδικόν, Ὠφέλημον κατὰ πολλὰ καὶ ἀναγκαῖον Περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας. Συντεθὲν μὲν παρὰ Νικηφόρου Πασχαλέως Καὶ τυπωθὲν παρ᾿ Ἀντωνίου Πινέλλῳ ἐν βενετίαις τῷ ᾳχκβ. ἔτει
• Ράλλης Γ.Α./ Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, Δ, Αθήνα 1854, 432-445.
• Τρωιάνος Σπ., Οι πηγές του Βυζαντικού Δικαίου, Αθήνα 2011, 207-210.
• Χρύσανθος Νοταράς, Διδασκαλία ὠφέλιμος περὶ μετανοίας, καὶ ἐξομολογήσεως, Συλλεχθεῖσα παρὰ Χρυσάνθου πρεσβυτέρου, καὶ ἀρχιμανδρίτου πατριαρχικοῦ θρόνου τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐτυπώθησαν δι` ἀναλωμάτων τοῦ ἁγίου, καὶ ζωοδόχου Τάφου, ὅθεν καὶ νὰ παρέχωνται δωρεάν. Ἐνετίῃσιν, ᾳψκδ΄. Παρὰ Νικολάῳ Σάρῳ.