1–28 Φεβρουαρίου 2026 : Μήνας εκπτώσεων | 45+ φορείς | 5000+ τίτλοι
Δωρεάν μεταφορικά από 45€
Αποστολή εντός 3 ημερών

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο ανεξάντλητος

Αφιερώματα
Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο ανεξάντλητος

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1906, και τα όσα δημιούργησε και άφησε πίσω του συγκινούν και εμπνέουν μέχρι τις μέρες μας.

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας υπήρξε ένας καλλιτέχνης που άφησε πίσω του, πέρα από το σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο του, μια σειρά βιβλίων που μιλάνε για τη ζωή του και όσα αγαπούσε. Ο Γκίκας θυμόταν πάντα με νοσταλγία τα νεανικά του χρόνια, που διαμόρφωσαν σε κάποιο βαθμό και τη μετέπειτα πορεία του. Θυμόταν με περηφάνια την πρώτη έκθεση με τα έργα του, που έκανε στην Ύδρα στα έντεκά του χρόνια, και το πώς τα πούλησε όλα, όχι λιγότερο από 35 δεκάρες το καθένα. Εκεί άλλωστε τα καλοκαίρια έφτιαχνε ανθρώπινες φιγούρες, τις ζωγράφιζε, τις έντυνε και τις έβαζε να πρωταγωνιστούν σε δικές του ιστορίες.

 

Λίγο αργότερα, στα δεκαεπτά του χρόνια, όταν βρέθηκε για σπουδές στο Παρίσι, θα αντικρίσει ένα έργο του Ανρί Ματίς που εκ πρώτης όψεως παρουσίαζε μια τεράστια «ντάλια». Όμως στην πραγματικότητα η ντάλια ήταν η εικόνα δύο γυναικών μέσα σε έναν κήπο. Ο Γκίκας αισθάνεται μπροστά σε αυτό το «ατημέλητο» και «άγαρμπο» έργο να του κόβεται η ανάσα. Η ζωγραφική αυτή, που, όπως έλεγε, του φάνηκε ένα ανορθόδοξο αίσχος, ταυτόχρονα τον σαγήνευε τόσο πολύ, που τον καθήλωσε, και στο τέλος κατάλαβε κάτι πολύ σημαντικό: την αλήθεια του ματιού και την οξύτητα των πρώτων εντυπώσεων. Αυτό το έργο θα τον επηρεάσει βαθιά, και, όταν στα δεκαεννιά του χρόνια θα παρουσιάσει την έκθεση με τα έργα του, ο Πικάσο θα την επισκεφτεί και θα πει πως αυτά τα έργα είναι έργα ανθρώπου με μεγάλη συνείδηση της πραγματικότητας και της αλήθειας.

 

Αξίζει να θυμηθούμε πως ο Γκίκας υπήρξε επίσης φίλος με τον Δημήτρη Πικιώνη, με τον οποίο θα εκδώσει το 1935 το περιοδικό Το 3ο μάτι. Εκεί, σε ένα άρθρο του το 1937, θα γράψει: «Η ψυχή εκτελεί ορισμένους χρονικούς κύκλους (παλιγγενεσία). Η ευδαιμονία συνίσταται στην κατανυκτική παρατήρηση “της των αριθμών τελειότητος”. Όταν η ψυχή κατορθώσει διά της αγάπης να φθάσει στο υψηλότερο διανοητικό επίπεδο, μετουσιώνεται, γίνεται “δαίμων” και συγγενής του Θεού. Τότε κρίνεται άξια της τελικής συγχωνεύσεώς της με την ολική ψυχή του κόσμου (παμψυχή). … Το σώμα του ανθρώπου είναι καμπυλόγραμμο, καθώς και το σώμα της γης. Η ψυχή μόνη μετέρχεται την ευθεία. Και από όλα τα ανθρώπινα η Ηθική της Αγάπης μόνο — και η Τέχνη, που διά της τεθλασμένης μας δίνει τουλάχιστον τη φευγαλέα εντύπωση, αλλά συγχρόνως και την άμεση γεύση της ευθείας».

 

Ο Γκίκας ήταν ένας άνθρωπος βαθιά προβληματισμένος και πολύπλευρα μορφωμένος. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και Αισθητική. Διδάχτηκε από τον Μαγιάση, τον Παρθένη, τον Bissière, τον Γαλάνη. Εξελίχτηκε σε σπουδαίο αρχιτέκτονα και άφησε δείγματα της δουλειάς του τόσο στην οικία του στην οδό Κριεζώτου 3 όσο και στο σπίτι που έφτιαξε στην Κέρκυρα. Βαθύς γνώστης της ιστορίας και του πολιτισμού της ανθρωπότητας, μελέτησε και έγραψε βιβλία για την Ανατολή και κυρίως για την Κίνα και τις Ινδίες.

 

Είχε βαθιά γνώση του θεάτρου και δημιούργησε αξέχαστα σκηνικά και κοστούμια, όπως εκείνα για την παράσταση του μελοδράματος του Ιγκόρ Στραβίνσκυ Περσεφόνη που παρουσιάστηκε από το Royal Ballet στο Covent Garden το 1961. Έκανε επίσης τα σκηνικά για τις Νεφέλες του Αριστοφάνη που ανέβηκαν το 1951 στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και για το Καταραμένο φίδι του Μάνου Χατζιδάκι, που παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στο Ρεξ. Συνεργάστηκε με την Όπερα της Ρώμης, την Comédie-Française και πολλούς άλλους πολιτιστικούς οργανισμούς.

 

Έκανε το γύρο του κόσμου, εμπνεύστηκε και ζωγράφισε τοπία και ανθρώπους από διάφορες χώρες, μελετώντας πάντα βαθιά και τη φιλοσοφία του κάθε τόπου που επισκεπτόταν.

 

Άνθρωπος ανεξάντλητος και πηγή γνώσης για όσους τον γνώριζαν, άφησε ένα μεγάλο έργο ως ζωγράφος, γλύπτης, σκηνογράφος, αρχιτέκτονας, καθηγητής στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και λογοτέχνης.

 

Πίστευε πως το πιο σημαντικό στη ζωή ήταν να αγαπάει κανείς με οποιοδήποτε τίμημα. Υπήρξε για τους φίλους του, αλλά και για όσους τον γνώρισαν, πολύτιμος και μοναδικός.

 

 

chatzikiriakos-gikas-1

Άγγελος Κατακουζηνός και Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Παρίσι, δεκαετία του 1920

 

 

Ένας τέτοιος φίλος για σχεδόν πενήντα χρόνια υπήρξε και ο νευρολόγος ψυχίατρος Άγγελος Κατακουζηνός. Στην ομιλία που έκανε για εκείνον στην Ελληνοαμερικανική Ένωση το 1973 αναφέρει με συγκίνηση τα ακόλουθα: «Όταν βρέθηκα μπροστά στο 18χρονο Χατζηκυριάκο, είχα μεγάλη έκπληξη. Είδα έναν ώριμο άνδρα, με γένια, με μουστάκια, με μονόκλ, με όλα τα εξαρτήματα, μπαστούνι, αλυσίδα κ.λπ. Με άλλα λόγια, είδα μια φιγούρα του 1900 και όχι έναν συγχρονισμένο νέο της εποχής. Γρήγορα όμως αντιλήφθηκα πως αυτός ο πολύ νέος άνθρωπος, που καμωνότανε να φαίνεται ώριμος και σοβαρός άνδρας, είχε μια πνευματική φρεσκάδα και βάθος σκέψης συνταιριαγμένα με μια μεγάλη ευγένεια λίγο εκτός τόπου και χρόνου. Ο Χατζηκυριάκος είχε την εμφάνιση ενός ευπατρίδη. Άλλωστε σε όλη του τη ζωή, τη συμπεριφορά και τη στάση μέσα στην κάπως “μποέμικη” συντροφιά μας αυτός πάντα κράτησε τη θέση του ευπατρίδη … Εντυπωσίαζε το βάθος της σκέψης του, η έκτασή της και η σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε οποιοδήποτε θέμα. Έστεκε κανείς με κάποια έκπληξη απέναντι στην “κρυμμένη” προσωπικότητά του, στο κρυφό μέρος του χαρακτήρα του, που όμως μπορούσε κανείς, αν ήξερε, να το “διαβάσει” στη ζωγραφική του … Ο Γκίκας από τα πρώτα κιόλας βήματά του έδειξε πως ήταν μια φωτεινή ελπίδα στη ζωγραφική. Η σταθερότητα όμως του χαρακτήρα του, η προσήλωση στην αξιοπρέπειά του, η παλικαρίσια στάση και το πιστεύω του στην τέχνη του δεν του επέτρεπαν να καταφύγει σε πλάγια βοηθήματα ή σε οποιαδήποτε διαφήμιση. Ουμανιστής ο Γκίκας, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο Panofsky, πιστεύει στην ανθρώπινη αξία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, συνειδητοποιεί με τραγικότητα τις πεποιθήσεις του, τις αποδέχεται και θέλει να τις επιβάλλει. Έτσι στάθηκε μόνος, με μοναδική συντροφιά την τέχνη του, χωρίς να ανήκει σε καμιά ομάδα, καμιά κλίκα, σε κανένα στρατόπεδο … Γι’ αυτό και ο δρόμος του Γκίκα ήταν ανηφορικός και δύσκολος. Ωστόσο κατάφερε σιγά σιγά να σταθεροποιήσει τα βήματά του και να σταθεί όρθιος μέσα σε εκείνο τον ίλιγγο που ζούσε η τέχνη στην εποχή του μεσοπολέμου. Ο εσωτερικός του κόσμος σε μια τόσο νεαρή ηλικία ήταν τόσο ώριμος από γνώση και παιδεία, τόσο γεμάτος από αίσθημα και ευαισθησία, τόσο ανήσυχος για δημιουργία, που μπορούσε να τροφοδοτεί τη τέχνη του με περίσσια αυτάρκεια. Έπειτα όλη η περιρρέουσα εκείνη ατμόσφαιρα του Παρισιού ήταν μια πηγή δημιουργίας, που πότιζε τους πίνακές του με κρυστάλλινο νερό φιλτραρισμένο μέσα από τη στερεή σκέψη και το ευαίσθητο συναισθηματικό του μέταλλο. Θεωρώ μεγάλο ευτύχημα που η μοίρα έτσι το έφερε να γνωριστώ τότε και να δεθώ ψυχικά και πνευματικά μαζί του, με μια στενή φιλία, που μένει από τότε αναλλοίωτη. Και αυτό το θεωρώ σαν ένα από τα πιο πολύτιμα αγαθά της παρισινής μου τότε ζωής. Σήμερα, όταν κουβεντιάζουμε με τον Χατζηκυριάκο, κοιτάζοντας ένα έργο του στο εργαστήριό του … νιώθουμε στιγμές πνευματικής ανάτασης, που μας πλημμυρίζουν χαρά και αισιοδοξία. Και αυτό είναι κάτι που μετράει στη ζωή μας. Γιατί μέσα στη σημερινή ψευτιά και το κομφούζιο που χαρακτηρίζει και τις σημερινές πνευματικές και καλλιτεχνικές αξίες, μέσα στην αισθητική ερημιά που μας δέρνει, βρίσκει κανείς ακόμα τέτοιας ποιότητας πνευματικές και καλλιτεχνικές οάσεις. Είναι το πνεύμα, η ψυχή και η καρδιά της Ελλάδας που πάλλουν μέσα στα έργα του Γκίκα.»

 

 

Φωτογραφία τίτλου: Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας
Καμίνια- Ύδρα, 1975-1976
Ακιδογραφία, 34,2 × 24,5 εκ., ενυπόγραφο, αρ. αντ.11/30
ΜΙΕΤ, Συλλογή Έργων Τέχνης

 

 

Σοφία Ε. Πελοποννησίου, μουσειολόγος

Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Υπεύθυνη Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Μουσείου Παξινού-Μινωτή

 

 

Πηγές:

• Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Η γέννηση της νέας τέχνης (1987)

—, Καραγκιόζ τουρκερί μπουφ και άλλες ιστορίες (1990)

—, Περιπέτειες της σκέψης (1990)

—, Ανίχνευση της ελληνικότητος (1994)

—, Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο (2005)

 

• Γράμματα Δημήτρη Πικιώνη – Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα (2005)

 

• Α. Κατακουζηνός, «Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο φίλος μου και ο καλλιτέχνης», Νέα Εστία 93, τχ. 1101 (15.5.1973), 639–643