Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, ένα από τα σημαντικότερα, διεθνώς, μουσεία, αφιερωμένο στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη και τον πολιτισμό, υλοποίησε το 2006 τη βασικότερη οφειλή του: την επανέκθεση των μόνιμων συλλογών του. Η μακρά προετοιμασία της επανέκθεσης έστρεψε την έρευνα της μουσειολογικής μελέτης προς τις ιστορικές και ιδεολογικές απαρχές της συγκρότησης των συλλογών του Μουσείου, προβάλλοντας παράλληλα το ερώτημα που αποτελεί και την καρδιά του ζητήματος: Πώς βλέπουμε σήμερα το Βυζαντινό Μουσείο; αλλά και τι προσδοκά κανείς από το Βυζαντινό Μουσείο;
Η ανάδειξη του συναρπαστικού χρονικού της κατάρτισης των συλλογών του Μουσείου ήταν η ιδέα της περιοδικής έκθεσης που παρουσίαζε την ιστορία του, αξιοποιώντας το πολύτιμο σε καλλιτεχνική και ιστορική αξία φωτογραφικό αρχείο, αλλά κυρίως το ιστορικό αρχείο εγγράφων. Η θεματική της έκθεσης με τίτλο «1884-1930: Από τη Χριστιανική Συλλογή στο Βυζαντινό Μουσείο» δεν θα μπορούσε να αγνοήσει αυτό που αποτελεί κοινό τόπο: η ιστορία βοηθά στην κατανόηση του παρόντος και οδηγεί με έναν τρόπο στη συλλογική αυτογνωσία. Το μουσείο, με τη σειρά του, διαχειρίζεται τις υλικές μαρτυρίες του παρελθόντος και διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη. Η επίγνωση πως ο τρόπος με τον οποίο εκτίθενται τα έργα τέχνης μπορεί να επηρεάσει την πρόσληψη τους εκ μέρους του θεατή, έχει ήδη επισημανθεί κατά τη μετάβαση από το μουσείο-θησαυροφυλάκιο στο μουσείο-ιστορική επιτομή που χαρακτήρισε ορισμένα από τα μεγάλα εθνικά μουσεία της Ευρώπης από τα μέσα ήδη του 19ου αιώνα. Η επιλεκτική, εξάλλου, ανάγνωση της τέχνης, όπως και της ιστορίας της, είναι ένα από τα θεμέλια της πολιτικής που ακολουθούν τα μουσεία παγκοσμίως.