Η γλώσσα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, σε στενή συνάφεια με το υφολογικό αποτέλεσμα του ποιητικού ή πεζού έργου, με απασχόλησε από την αρχή της ερευνητικής μου σταδιοδρομίας. Η λογοτεχνική γλώσσα παρακολουθεί και καταγράφει, ως ευαίσθητος σεισμογράφος, τους παλμούς και τους κραδασμούς του γλωσσικού συστήματος μέσω του οποίου εξωτερικεύεται κάθε μορφή σκέψης και συμπεριφοράς ατόμων, κοινωνιών και λαών. Απώτερη συνέπεια της διαπίστωσης αυτής είναι ότι η γλώσσα στις ποικίλες εκφάνσεις της είναι ταυτόχρονα φορέας και δημιουργός πολιτισμού με συνεκτικό κρίκο τις ατομικές και συλλογικές ταυτότητες.
Έχοντας βιώσει τον προφορικό πολιτισμό της Κρήτης, με επίκεντρο τη διαλεκτική ποικιλομορφία, ήταν επόμενο να έχω ως αφετηρία του προβληματισμού που άρχισα να αναπτύσσω σταδιακά, υπό μορφή επάλληλων κύκλων, τα δημοτικά τραγούδια του νησιού και τους μαντιναδολόγους της Κρήτης. Η στροφή μου από τις αμιγώς γλωσσικές, ιδιαίτερα λεξικογραφικές έρευνες, στη γλώσσα και το ύφος νεοελλήνων λογοτεχνών, έγινε το 1983 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος αποτέλεσε το έναυσμα να εισέλθω σε μια εν πολλοίς αχαρτογράφητη, ακόμα και σήμερα, περιοχή, ένα πραγματικό ναρκοπέδιο γλωσσικών προκλήσεων και ασυνήθιστων εκλάμψεων.
Ο Καζαντζάκης, με το έργο του οποίου έχω ασχοληθεί σε μερικές μελέτες, μού άνοιξε τον δρόμο να ερευνήσω τον τρόπο λειτουργίας του ιδιωματικού στοιχείου στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη. Ο Σεφέρης με οδήγησε κατόπιν στην έρευνα της γλώσσας του Μακρυγιάννη και ο Ελύτης με μύησε μέσα από τις τολμηρές λεξικές συνάψεις και τις ονειρικές εικονοποιίες του στην υπερρεαλιστική ποίηση και μέσω αυτής σε σύγχρονους ποιητές που καινοτομούν πολλαπλώς, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
Στον παρόντα τόμο συγκεντρώνονται 36 μελέτες οι οποίες στηρίζονται σε σύγχρονο θεωρητικό προβληματισμό και έχουν κοινό θεματικό υπόβαθρο τη γλώσσα και το ύφος νεοελλήνων λογοτεχνών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις διακειμενικές αναφορές.