Η αφήγηση, σχεδόν πάντοτε έχει να κάνει με την προβολή κάποιων κειμένων ή εικόνων σε ένα επίπεδο. Το επίπεδο αυτό ποικίλει ανάλογα με το χρησιμοποιούμενο μέσο, μπορεί για παράδειγμα, να είναι η κινηματογραφική οθόνη, οι σελίδες ενός βιβλίου ή η θεατρική σκηνή. Ανεξάρτητα πάντως από την μορφή της αφήγησης, ο θεατής, ακροατής ή αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως η ιστορία που παρακολουθεί, έχει ήδη συμβεί, πίσω από το επίπεδο προβολής της σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου της προβολής. Στη φωτογραφία, όμως, η αντίληψη αυτή υποχωρεί καθώς το βλέμμα του θεατή διαπερνώντας το επίπεδο προβολής της φωτογραφημένης σκηνής, συλλαμβάνει την ιστορία την στιγμή του συμβάντος. Πώς μπορεί, λοιπόν να υπάρξει φωτογραφική αφήγηση όταν το επίπεδο της προβολής είναι διάφανο, όταν μεταφορά, επεξεργασία, ή διαμεσολάβηση αφομοιώνονται σε μια “δεικτική” πράξη, μια εικόνα – χειρονομία που δείχνει όπως δείχνει κανείς με το δάκτυλό του: αυτό το ηλιοβασίλεμα, αυτό το πρόσωπο, αυτό το γεγονός.