Όταν δεν αφήνεσαι με την αρχέγονη γλώσσα της ποίησης, αλλά θέλεις να δοκιμάσεις την οντότητά σου σε τρόπους εκφραστικούς αλλά και αλλιώτικους από τους δεδομένους και περιοριστικούς, τότε ο γλωσσικός έρωτας, παγιδευμένος στη γραφή, κυλάει την ελεύθερη ροή του δώθε κείθε, με δομές, τόνους, φράσεις, λέξεις πιο πολύ δικά σου ή πιο πολύ μαθημένα, ώσπου να φτάσει στα όρια του-αίροντας έτσι τα όρια της γραφής αυτής προς τον αντίστοιχο ορίζοντα της ποίησης. Είναι ένα γραφτό που αποδεικνύει ότι η μόνη αληθινή γλώσσα είναι αυτή που λείπει- και την ξέρεις: η ποίηση.