Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Μεσολόγγι. Σε μια πόλη αγιασμένη. Σε μια πόλη μαγική, κτισμένη πάνω στο νερό. Σε μια πόλη του ονείρου που, εδώ και μισό αιώνα, έχασε τη φυσιογνωμία της. Η λιμνοθάλασσά της, που έγλυφε τους τοίχους των σπιτιών μας, χάθηκε και μαζί με αυτή χάθηκαν και οι κάτοικοί της. Πρώτοι απ’ όλους οι παλιοί ψαράδες. Άνθρωποι με βαθιά καλλιέργεια ψυχής, που μπορεί να μην είχανε πάει στο σχολείο, ήξεραν όμως να σέβονται, να μιλάνε με τον ουρανό και, κουβαλώντας μέσα τους μια ποίηση που δεν χωρούσε σε βιβλία, απάγγελναν Παλαμά και Μαλακάση.
Και μαζί με αυτούς έφυγαν, είτε προς τους ουρανούς είτε προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους Μεσολογγίτες. Άνθρωποι με έκδηλο πολιτιστικό παρελθόν που ήταν αποτυπωμένο στον τρόπο συμπεριφοράς τους, στα χαρακτηριστικά της ενδυμασίας τους, στις κοινωνικές τους συναναστροφές, στις συγκεντρώσεις τους, στα ίδια τους τα οικοδομήματα. Και όλα αυτά με ένα εξαίσιο περιτύλιγμα αστικής ευγένειας και λεπτότητας.
Πριν από δέκα χρόνια, δείγματα τέτοιων χαρακτηριστικών συμπεριέλαβα σε ένα φωτογραφικό λεύκωμα με τον τίτλο «Το Μεσολόγγι που έφυγε».
Τώρα, στη δύση της ζωής μου, με το λεύκωμα που κρατάτε στα χέρια σας, συμπληρώνω το προηγούμενο και σας καλώ να κάνουμε μαζί ένα ακόμη ταξίδι σε εκείνο το παλιό Μεσολόγγι, το αληθινό, το ανθρώπινο, το σεμνό και περήφανο, με εικόνες που κρατούν ζωντανά πρόσωπα, δρόμοι, σπίτια και στιγμές που έφυγαν ανεπιστρεπτί, μα που θα εξακολουθούν να μας κοιτούν κατάματα από τα βάθη του χρόνου.
Νίκος Π. Κορδόσης
(από το βιβλίο)