Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ὁ Παλαμᾶς ἐπαινοῦσε τὴν πεζογραφία τοῦ Καρκαβίτσα, προτιμώντας την ἀπὸ τοῦ Παπαδιαμάντη, ἦταν ὅτι ὁ πρῶτος, προτοῦ ἀναδεχτεῖ τὸν συγγραφέα καὶ τὶς ἐπινοήσεις του, εἶχε ἐνεργήσει ὡς ἐπιστήμονας, συλλέγοντας πρωτογενὲς ὑλικὸ μὲ τὸν τρόπο ἑνὸς μεθοδικοῦ λαογράφου. Ἀλλά, ἡ ἄγρευση τῶν πηγῶν ποὺ ἐντάσσονται μέσω ἐνδοδιηγητικῶν προσώπων στὸν καμβὰ τῆς λογοτεχνικῆς ἀφήγησης, ἦταν ἀκριβῶς ὁ τρόπος σύμπτωσης τοῦ νατουραλισμοῦ καὶ τῆς λαογραφικῆς ἀποδελτίωσης γιὰ τὸν Καρκαβίτσα. Ἡ «μέθοδός» του συγγενεύει ἀπόλυτα μὲ τῶν ἀδελφῶν Ἐντμὸν καὶ Ζὺλ Γκονκοὺρ (Goncourt) στὸ «πειραματικὸ» μυθιστόρημά τους, Ζερμινὶ Λασερτὼ (1864), ὅπου ὁ ἕνας ἀδελφὸς συνέλεγε τὰ τεκμήρια καὶ ὁ ἄλλος τὰ συνέθετε. Ἔτσι, ἂν ἡ πρωτογενὴς μίμηση τῆς πραγματικότητας ἦταν ἐνσωματωμένη στὴν προφορικὴ μαρτυρία, ἡ δευτερογενὴς μίμηση ἦταν ἐκείνη τῆς ἐνσωμάτωσης τῆς πρωτογενοῦς μαρτυρίας στὴ μυθοπλασία.
Μὲ τὴ Γενικὴ Εἰσαγωγὴ τοῦ Φιλολογικοῦ Ἐπόπτη τῆς σειρᾶς φωτίζεται τὸ πνευματικὸ κλίμα τοῦ τέλους τοῦ 19ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα.