«Οι ζωγράφοι από τη Σαμαρίνα, βλαχοχώρι των Γρεβενών, ήταν ως τώρα ελάχιστα γνωστοί είτε από δημοσιεύσεις κάποιων κτητορικών επιγραφών ναών στους οποίους είχαν εργαστεί είτε από αναφορές σε γενικά έργα για τη μεταβυζαντινή ζωγραφική είτε από δυσεύρετες δημοσιεύσεις τοπικών λογίων σε περιφερειακά περιοδικά και τοπικές εφημερίδες καθώς και από μια μονογραφία του Κίτσου Μακρή με τίτλο Οι ζωγράφοι της Σαμαρίνας (Θεσσαλονίκη 1991).
[…] Βασικό στοιχείο της ενασχόλησης μου με τη μελέτη των Σαμαρινιωτών ζωγράφων, στάθηκε η προσπάθεια διερεύνησης του κατά πόσον η ζωγραφική τους στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα –μιας από τις σημαντικότερες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας– συμβάδιζε με τους άλλους τομείς ανάπτυξης του νέου Ελληνισμού. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί οποιοσδήποτε να παρατηρήσει αφ’ ενός την ιστορική, οικονομική και πνευματική αναγέννηση του Ελληνισμού μέσα στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και, αφ’ ετέρου, την αντίφαση που προκύπτει από τη θεώρηση της τέχνης της περιόδου αυτής, ως τέχνης σχεδόν παρακμιακής. Από την άποψη αυτή αποτελούσε και αποτελεί μια πρόκληση για περαιτέρω ενασχόληση με το συγκεκριμένο αντικείμενο, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η ιστορική πορεία του τόπου και του χώρου καθόρισε και σε ποιο βαθμό τη θρησκευτική τέχνη.
Ως πεδίο δράσης και συλλογής υλικού επιλέχτηκαν οι παλιότερες σωζόμενες εκκλησίες της Σαμαρίνας, η Αγία Παρασκευή –άλλοτε καθολικό της ομώνυμης Μονής– και ο γειτονικός ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, αρχικά αφιερωμένος επίσης στην Αγία Παρασκευή. Προτιμήθηκε η σε βάθος εξέταση των δύο μνημείων, προκειμένου να διαπιστωθεί η συνέχεια ή όχι της μεγάλης μεταβυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης, τα δυτικά και γενικότερα τα νεωτερικά στοιχεία που υπεισέρχονται και εντάσσονται στα εικονογραφικά προγράμματα των εκκλησιών».
Νικόλαος Χρόνη Παπαγεωργίου
(από τον πρόλογο του βιβλίου)