Θερινό ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα-Τετάρτη-Σάββατο 9:30-16:00 / Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή 9:30-17:30
Δωρεάν μεταφορικά από 45€
Αποστολή εντός 3 ημερών

Το Μεγάλο Σχίσμα μεταξύ Δύσης και Ανατολής

Στα άδυτα των αρχείων
Το Μεγάλο Σχίσμα μεταξύ Δύσης και Ανατολής

Το πρωί της 16ης Ιουλίου του 1054 ένας ρωμαιοκαθολικός καρδινάλιος διασχίζει τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρισταμένων αφήνει ένα έγγραφο πάνω στην Αγία Τράπεζα. Αν και η πράξη ξενίζει, το ίδιο το έγγραφο αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση και πετιέται στο δρόμο. Θα αποτελέσει όμως στο εξής το σημείο αναφοράς της οριστικής διάστασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με απροσδιόριστες συνέπειες για την Ευρώπη ως και σήμερα. Είναι η αρχή του Μεγάλου Σχίσματος. Με αφορμή αυτό το γεγονός, παρουσιάζουμε σχετικά τεκμήρια του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου του ΜΙΕΤ.

Στο Ιστορικό και Παλαιογραφικό Αρχείο του ΜΙΕΤ φυλάσσονται ένα ενδιαφέρον χειρόγραφο και ένα έντυπο που σχετίζονται με το Μεγάλο Σχίσμα μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας.[1] Πρόκειται για κείμενα που γράφτηκαν τον 16ο και 17ο αιώνα από δύο σημαντικούς ελληνορθόδοξους συγγραφείς, τον Μάξιμο Πελοποννήσιο και τον Ναθαναήλ Χύκα. Και τα δύο είναι αντιρρητικά κείμενα κατά της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Αποτελούν μια ανάλυση των όρων του Σχίσματος μεταξύ των δύο Εκκλησιών, με κύριο σημείο αναφοράς το πρωτείο του Πάπα (ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Χειρόγραφα, αρ. 9 και ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Παλαίτυπα/Σπάνια, αρ. 220). Γραμμένα πέντε αιώνες περίπου μετά από εκείνο το αφετηριακό γεγονός του Ιουλίου του 1054, αναπαράγουν με ένταση τα επιχειρήματα που πλαισιώνουν τη ρήξη που επέφερε η πράξη του ρωμαιοκαθολικού καρδιναλίου.

 

Όπως περιγράφει το γεγονός ο ίδιος ο Ουμπέρτος, καρδινάλιος της Silva Candida (π. 1000–1061), επικεφαλής της παπικής αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη, στην έκθεση που συνέγραψε: «Οι προαναφερθέντες εκπρόσωποι εισήλθαν στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας στις 16 Ιουλίου, παρά την αντίθεση του Μιχαήλ, που διαμαρτυρόταν, και, καθώς οι κληρικοί προετοίμαζαν τη Λειτουργία κατά τον συνηθισμένο τρόπο, την τρίτη πρωινή ώρα, τοποθέτησαν το έγγραφο του αφορισμού στο κεντρικό θυσιαστήριο, κάτω από τα βλέμματα του λαού και του κλήρου που ήταν παρόντες. Μόλις εγκατέλειψαν [την εκκλησία], τίναξαν τη σκόνη από τα πόδια τους, ως σημείο προς εκείνους [τους Βυζαντινούς], σύμφωνα με το Ευαγγέλιο».[2]

 

 

megalo-schisma-2

«Skyllitzes Matritensis» (Biblioteca Nacional de España), φ. 225r

 

 

Αντίστοιχα διηγείται και ο έτερος πρωταγωνιστής των γεγονότων, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Κηρουλάριος (π. 1000–1059): «Το ίδιο το έγγραφο, γραμμένο με ιταλικούς χαρακτήρες, που αποτέθηκε απο αυτούς του δυσσεβείς παρουσία των υποδιακόνων της δεύτερης εβδομάδας, πρώτα τοποθετήθηκε στην τράπεζα της Μεγάλης Εκκλησίας από αυτούς. Ύστερα, καθώς απωθήθηκε και ρίχτηκε από την τράπεζα από τους υποδιακόνους, που τους πρότειναν να το πάρουν πίσω, ενώ εκείνοι αρνήθηκαν, πετάχτηκε στο έδαφος και έφτασε στα χέρια πολλών. Και, για να μην πάρει δημοσιότητα το βλάσφημο περιεχόμενο, το παρέλαβε η μετριότητά μας [δηλ. ο Πατριάρχης]».[3]

 

 

megalo-schisma-3

 

 

Αυτή είναι η «ιδρυτική» πράξη, θα λέγαμε, του Μεγάλου Σχίσματος. Δεν αποτελεί όμως ούτε την αρχή της διάστασης, ούτε το τέλος της, αλλά μάλλον ένα από τα επεισόδια των ταραγμένων σχέσεων Ανατολής και Δύσης, που, λόγω των ιστορικών γεγονότων που ακολούθησαν, αποτέλεσε το φαντασιακό σημείο αναφοράς μεταξύ των δύο Εκκλησιών, μεταξύ των πληθυσμών, των κοινωνιών και των πολιτισμών της ανατολικής και της δυτικής χριστιανοσύνης του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης Νεωτερικότητας.[4]

 

Το γεγονός του 1054 μπορεί να κατανοηθεί μόνο στο πλαίσιο των ιστορικών συνθηκών που οδήγησαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα στις συγκεκριμένες πράξεις. Μια εξαιρετική εξιστόρηση αυτών των συνθηκών και των γεγονότων παρέχει ο Hans-Georg Beck. Σε αυτή διαγράφεται καθαρά το πολιτικό περισσότερο παρά θεολογικό πλέγμα των σχέσεων ισχύος που διαμορφωνόταν στην Ιταλία και στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα στις εξωτερικές επιβουλές των Νορμανδών και των Φράγκων, που μάχονταν για την ισχύ στην Ιταλία, και στις εσωτερικές διαμάχες για την εξουσία στην παπική και στη βυζαντινή αυλή.[5]

 

 

megalo-schisma-4

 

 

megalo-schisma-5

 

 

Αλλά η σημασία του μπορεί να κατανοηθεί μόνο με την ένταξή του στην ξεχωριστή ιστορική πορεία που ακολούθησαν αφενός οι πληθυσμοί που βρίσκονταν κάτω από την επιρροή του βυζαντινού πολιτισμού στην Ανατολή και αφετέρου οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Δύσης, με σημείο αναφοράς τη Ρώμη και την παπική καθέδρα — μια πορεία που ξεκινά ήδη από τον 2ο αιώνα, όπου εντοπίζουν οι ιστορικοί τις πρώτες διενέξεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όπως διαμορφώνονται στο πλαίσιο των εκκλησιαστικών σχέσεων,[6] και κορυφώνεται τον 13ο αιώνα, με την κατάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους.[7] Η πράξη του 1054 φαίνεται ότι δεν είχε τόσο σημαντικές άμεσες συνέπειες για τους πληθυσμούς, ακόμη και τους κληρικούς, των δύο περιφερειών της χριστιανικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.[8] Στην εξαιρετική σχετική μελέτη τους οι Παπαδάκης και Meyendorff περιγράφουν πολύ διαφωτιστικά και με εξαντλητική τεκμηρίωση την πορεία των σχέσεων ως την οριστική ρήξη.[9]

 

 

megalo-schisma-6

 

 

Όμως οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις Ανατολής και Δύσης, όπως θα διαμορφωθουν τους επόμενους αιώνες, κυρίως κάτω από την επίδραση των Σταυροφοριών, της οθωμανικής κατάκτησης και της παπικής πολιτικής, καθόρισαν «ταυτοτικά» τα δύο μέρη.[10]

 

Η θεολογική διένεξη, ανιστορική ως προς το χαρακτήρα της, υπήρξε στην πραγματικότητα περισσότερο προϊόν των ιστορικών διαδικασιών και λιγότερο η πραγματική αιτία. Κατά την εξέταση των πηγών για την κατανόηση των προνεωτερικών κοινωνιών δεν πρέπει να παραβλέπεται ποτέ η θέση της θρησκείας τόσο στους θεσμούς όσο και στις συνειδήσεις των ανθρώπων.[11] Πίσω από τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα των θεολόγων μπορούμε να διακρίνουμε τη διαμάχη για την ισχύ, που αργότερα μετατράπηκε σε μάχη για την επιβίωση των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων. Κι αυτό δεν φαίνεται να διαφεύγει ούτε από τους ίδιους τους θεολόγους που πραγματεύονται το ζήτημα. Ιδιαίτερα εμφανές γίνεται κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα, οπότε εντείνονται αφενός οι προσπάθειες της Ρώμης να προσεταιριστεί τους χριστιανούς της Ανατολής[12] και αφετέρου οι δυνατότητες που προσφέρει το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, στο οποίο συμβάλλει καθοριστικά η Δύση, με γέφυρα τη Βενετία και το πανεπιστήμιό της στην Πάδοβα. Από εκεί θα προέλθουν οι σπουδαίοι θεολόγοι που, με τις σχετικές πραγματείες τους, θα καθορίσουν στο εξής την πορεία της συζήτησης.

 

Από αυτό το περιβάλλον προέρχονται και οι δύο συγγραφείς στους οποίους αναφερθήκαμε στην αρχή και των οποίων συγγράμματα φυλάσσονται στο ΙΠΑ/ΜΙΕΤ.

 

 

megalo-schisma-7

ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Χειρόγραφα, αρ. 9. Η στάχωση και τα φφ. 6v-7r και 12v-13r

 

 

megalo-schisma-8

ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, χειρόγραφα, αρ. 9. Η στάχωση και τα φφ. 6v-7r και 12v-13r

 

 

megalo-schisma-9

ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, χειρόγραφα, αρ. 9. Η στάχωση και τα φφ. 6v-7r και 12v-13r

 

 

Ο Μάξιμος Πελοποννήσιος, ο οποίος έζησε μεταξύ 16ου και 17ου αιώνα (1565/1570–1621/1630),[13] ανήκε στον κύκλο του Μελέτιου Πηγά και του Κύριλλου Λούκαρι και είχε περιπετειώδη ζωή.[14] Συνέγραψε μια πραγματεία για το Σχίσμα με τίτλο Ἐγχειρίδιον κατὰ τοῦ σχίσματος τῶν παπιστῶν. Σε αυτήν αναπτύσσονται οι διαφορές μεταξύ των δύο Εκκλησιών και καταγράφονται τα σημαντικότερα επιχειρήματα κατά του παπικού πρωτείου εξουσίας, το οποίο εκλαμβάνεται ως το σημαντικότερο σημείο διαφοροποίησης μεταξύ των δύο τμημάτων της χριστιανοσύνης. Το χειρόγραφο που φυλάσσεται στο ΙΠΑ/ΜΙΕΤ αποτελεί απόγραφο της έκδοσης του 1690,[15] αντιγραμμένο το 1750 από τον ιερομόναχο Δαμασκηνό από το Καστελόριζο, πρωτοσύγκελλο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, όπως πληροφορούμαστε στο τέλος του βιβλίου (ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Χειρόγραφα, αρ. 9, φ. 208r).

 

 

megalo-schisma-9a

ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Χειρόγραφα, αρ. 9, φφ. 207v-208r

 

 

Με επιχειρήματα από αγιογραφικά και πατερικά κείμενα και από την εκκλησιαστική ιστορία ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδείξει το αστήρικτο της παπικής απαίτησης και να δικαιώσει την Ανατολική Εκκλησία. Εν συνεχεία εξετάζει συνοπτικότερα και τις υπόλοιπες διαφορές (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθαρτήριο πυρ, μακαριότητα των αγίων).[16] Το ενδιαφέρον στοιχείο στην πραγμάτευση αυτή βρίσκεται στην ανάμειξη της θεολογικής με την ιστορικοφιλολογική μέθοδο, στα όρια φυσικά των δυνατοτήτων του ανθρώπου και της εποχής. Η μέθοδος αυτή δεν είναι νέα, ακολουθεί το παράδειγμα παλαιότερων σχετικών πραγματειών, αλλά μοιάζει να εμπεδώνεται ιδιαίτερα την περίοδο αυτή, όπως φαίνεται κι από το επόμενο κείμενο στο οποίο αναφερόμαστε εδώ.

 

 

megalo-schisma-10

ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Παλαίτυπα/Σπάνια, αρ. 220

 

 

megalo-schisma-11

ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Παλαίτυπα/Σπάνια, αρ. 220

 

 

megalo-schisma-12

ΙΠΑ/ΜΙΕΤ, Παλαίτυπα/Σπάνια, αρ. 220

 

 

Πρόκειται για το έργο του Ναθαναήλ Χύκα, ο οποίος έζησε στο πέρασμα του 16ου πρός τον 17ο αιώνα.[17] Ο Χύκας είχε ιδιαίτερες σχέσεις με το ελληνορθόδοξο περιβάλλον της Βενετίας, ως συνεργάτης του Γαβριήλ Σεβήρου και αναπληρωτής της κενής θέσης του Μητροπολίτη μετά το θάνατό του και την άφιξη στη Βενετία του νέου Μητροπολίτη Φιλαδελφείας, Θεoφάνη Ξενάκη. Ενταγμένος πλήρως στο περιβάλλον αυτό και επηρεασμένος από το έργο και τη διδασκαλία του μέντορά του Σεβήρου, γράφει ένα έργο για το Σχίσμα πολύ κοντα στα αντίστοιχα έργα εκείνου. Κι ο Ναθανήλ εντοπίζει το κύριο ενδιαφέρον του στο παπικό πρωτείο.[18] Το έργο αυτό είχε μια περίεργη ιστορία, καθώς, ενώ κυκλοφορούσε χειρόγραφο, όπως φαίνεται, μεταξύ των ελληνορθοδόξων, τελικά τυπώθηκε από έναν καθολικό θεολόγο, τον Αιγίδιο.[19] Στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αποδομήσει το κείμενο του Ναθαναήλ, ο Αιγίδιος τυπώνει το πρωτότυπο κείμενο μαζί με δικές του «απαντήσεις» σε καθεμία από τις αιτιάσεις του Ναθαναήλ. Το πρωτότυπο κείμενο έπρεπε να περιμένει ως τα μέσα του 19ου αιώνα για να εκδοθεί από τον Δημητρακόπουλο (Λιψία, 1869).

 

 

megalo-schisma-12a

«Apologia f. Aegidii a Cesaro … in Catalatinon Nathanaelis Xhichae Atheniensis, in quibus 53. tres propositiones haereticales, vel erroneae ad hominem confutantur / Ἀπολογία φρὰ Αἰγιδίου τοῦ ἐκ Καισάρου … εἰς τὸ Κατὰ Λατίνων Ναθαναὴλ Χύχα τοῦ Ἀθηναίου», Βενετία 1678.

 

 

Στο ΙΠΑ/ΜΙΕΤ φυλάσσεται ωστόσο ένα αντίτυπο της μετάφρασης του κειμένου στα αραβικά από τον Θεόδωρο Σαρρούφ, που βασίστηκε στην ελληνική έκδοση του 1869 και εκδόθηκε την ίδια χρονιά στα Ιεροσόλυμα.[20] Η μετάφραση αυτή πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για την περιχαράκωση των δικαιωμάτων του απέναντι στις δυτικές ομολογίες, ιδιαίτερα τους ρωμαιοκαθολικούς.[21] Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και το τυπογραφείο στα Ιεροσόλυμα, που είχε μόλις ιδρυθεί (το 1852) από τον Πατριάρχη Κύριλλο Β΄.[22] Όπως σημειώνει ο Γεωργουδάκης, το τυπογραφείο ενέταξε στον προγραμματισμό του την έκδοση αραβόφωνων βιβλίων, προσπάθεια στην οποία επιδόθηκε με πολύ ζήλο το Πατριαρχείο.[23] Ένα από αυτά τα βιβλία είναι και η μετάφραση της πραγματείας του Ναθαναήλ Χύκα.

 

 

megalo-schisma-13

 

 

Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η διαχρονική πορεία των κειμένων αυτών μεταξύ των ελληνορθοδόξων της Ανατολής. Τα κείμενα γράφονται τον 16ο–17ο αιώνα στην ομιλούμενη ελληνική γλώσσα από ελληνορθόδοξους λόγιους κληρικούς που κινούνται στο ελληνοβενετικό περιβάλλον της εποχής.[24] Τυπώνονται και τα δύο τον 17ο αιώνα, μετά το θάνατο των συγγραφέων τους, αντιγράφονται τον 18ο, εκδίδονται και μεταφράζονται τον 19ο αιώνα. Η «ταυτοτική» λειτουργία του Σχίσματος για τις συνειδήσεις των ελληνορθοδόξων καθ’ όλη αυτή την περίοδο είναι προϊόν των κοινωνικών και ιστορικών περιστάσεων και συνέβαλε στην αναπαραγωγή όχι μόνο των κοινοτήτων, αλλά και της μεγάλης ρήξης που επήλθε στο σώμα της χριστιανοσύνης από τον 11ο αιώνα και εξής. Η κατανόησή του στο φως αυτών των περιστάσεων μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη ανάγνωση τεκμηρίων όπως αυτά του ΙΠΑ/ΜΙΕΤ που παρουσιάστηκαν εδώ, ώστε και αυτά με τη σειρά τους να γίνουν εργαλεία κατανόησης νοοτροπιών, ανθρώπων και εποχών.

 

 

 

Σταύρος Γριμάνης, ΙΠΑ/ΜΙΕΤ

 

 

[1] Η βιβλιογραφία για το θέμα είναι εκτεταμένη. Κλασικά έργα για το ζήτημα, αν και γραμμένα υπό μία ρωμαιοκαθολική ομολογιακή οπτική, ιδιαίτερα τα δύο πρώτα, αποτελούν τα: Louis Bréhier, Le schisme orientale du Xie siècle, Παρίσι 1899· Martin Jugie, Le schisme byzanti, aperçu historique et doctrinal, Παρίσι 1941· Anton Michel, Humbert und Kerullarios: Quellen und Studien zum Schisma des XI. Jahrhunderts, τ. 1–2, Paderborn 1924–1930· Steven Runciman, The Eastern Schism. A Study of the Papacy and the Eastern Churches During the XIth and XIIth Centuries, Οξφόρδη 1955.

[2] Cornelius Will, Acta et scripta quae de dontroversiis ecclesiae Graecae et Latinae saeculo undecimo composita extant (Documents VIII–X), Λιψία / Marburg 1861, 150–154, ιδίως: 150.

[3] Μιχαήλ Κηρουλάριος, Σημείωμα περὶ τοῦ ῥιφέντος πιττακίου ἐν τῇ ἁγίᾳ τραπέζῃ παρὰ ἀπὸ Ῥώμης πρέσβεων κατὰ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου κυροῦ Μιχαήλ, μηνὶ Ἰουνίῳ, Ἰνδίκτῳ ζ΄, PG, τ. 120, 734–747, ιδίως: 741.

[4] Ο Roger Haight το περιγράφει ως ένα μόνο σημείο σε μια μακρά ιστορία παρόμοιων περιστατικών, στα οποία όμως επενέργησαν ποικίλοι πολιτικοί, πολιτισμικοί και θεολογικοί παράγοντες: Roger D. Haight, Christian Community in History, τ. 1: Historical Ecclesiology, Νέα Υόρκη / Λονδίνο 2004, 289.

[5] Hans-Georg Beck, Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τ. 1, Αθήνα 2004, 394–407. Πρβλ. Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική ιστορία, τ. 2, Αθήνα 1994, 141 κ.ε. Για την ευρύτερη ιστορική πλαισίωση, βλ. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή ιστορία, τ. Β΄2: 867–1081, Θεσσαλονίκη 1987, 189 κ.ε. και Κωνσταντίνος Άμαντος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. 2: 867–1204, Αθήνα 1977, 188 κ.ε.

[6] Milton V. Anastos, «Constantinople and Rome: a survey of the relations between the Byzantine and the Roman Churches», στο Milton V. Anastos / Speros Vryonis Jr. / Nicholas Goodhue, Aspects of the Mind of Byzantium. Political Theory, Theology, and Ecclesiastical Relations with the See of Rome, Aldershot 2001 (http://www.myriobiblos.gr/texts/english/milton1_index.html). Ο Γεώργιος Κρεμός σχεδίαζε να εκδώσει σε τέσσερις τόμους την ιστορία του Σχίσματος, εκκινώντας πολύ πριν από τον 11ο αιώνα: Ιστορία του σχίσματος των δύο Εκκλησιών Ελληνικής και Ρωμαϊκής, τ. 1–2, Αθήνα 1905–1907 (αντίτυπο του πρώτου τόμου φυλάσσεται στο ΙΠΑ/ΜΙΕΤ). Στο ίδιο ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται το περιστάτικο του 11ου αιώνα και από τους Francis Dvornik, Byzantium and the Roman Primacy, Νέα Υόρκη 1979, 124 κ.ε., Andrew Louth, Greek East and Latin West. The Church, AD 681–1071, Νέα Υόρκη 2007, 305 κ.ε. και Phillip Sherrard, Ελληνική Ανατολή και λατινική Δύση. Σπουδή στη χριστιανική παράδοση, Αθήνα 2019, (ιδίως το κεφάλαιο «Το ρήγμα στην Χριστιανοσύνη»).

[7] Τζόναθαν Χάρρις, Το Βυζάντιο και οι Σταυροφορίες, Αθήνα 2004, 139 κ.ε., 205 κ.ε., 240 κ.ε.

[8] Harry J. Magoulias, Byzantine Christianity. Emperor, Church and the West, Detroit 1982, 116: «Πρέπει να τονιστεί ότι το Σχίσμα του 1054 αφορούσε μόνο μια χούφτα υψηλόβαθμους κληρικούς και έγινε λίγο αντιληπτό από τις μάζες. Μόνο τα γεγονότα που επακολούθησαν την Πρώτη Σταυροφορία και κορυφώθηκαν στην Τέταρτη δημιούργησαν ικανή εχθρότητα στους πληθυσμούς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ώστε να καταστεί αδύνατη η συμφιλίωση». Πρβλ. Jean-Pierre Moisset, Ιστορία του καθολικισμού, Αθήνα 2011, 164–1170.

[9] Αριστείδης Παπαδάκης / John Meyendorff, Η χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, Αθήνα 2003.

[10] Vasilios Makrides, Hellenic Temples and Christian Churches. A Concise History of the Religious Cultures of Greece from Antiquity to the Present, Νέα Υόρκη / Λονδίνο 2009, 67–68: «Orthodoxy thus became a crucial identity marker among the Byzantines, not only setting them apart from dissident interpretations of Christianity and related movements but also delineating their relationship to the Latin West and the Roman Catholic Church. An ongoing estrangement between Eastern and Western Christianity took place at various intertwined and complex levels —political, cultural, linguistic, intellectual, and ecclesiastical— from the fourth century onward. But matters of doctrine, tradition, and practice played a decisive role. Suffice it to mention one theological parting of ways: the promulgation of the Filioque, the belief that the Holy Spirit proceeds not only from God the Father but also from God the Son, Jesus Christ. […] The final outcome of this long East-West rivalry was the Great Schism of 1054. Initiated through the mutual excommunications of Cardinal Humbert de Silva Candida (ca. 1000–1061) and Michael I Keroullarios (ca. 1000–1059), patriarch of Constantinople (1043–1058), it was considered temporary at the time but became permanent after the sack of Constantinople in 1204 by the Crusaders during the Fourth Crusade and on the coattails of the subsequent Latin infiltration of Byzantium».

[11] Marcel Gauchet, Η απομάγευση του κόσμου. Μια πολιτική ιστορία της θρησκείας, Αθήνα 2000, 160 κ.ε. και Marcel Gauchet, Η άνοδος της δημοκρατίας. Ι: Η επανάσταση των νεότερων χρόνων. ΙΙ: Η κρίση του φιλελευθερισμού (1880–1914), Αθήνα 2009, 49–51, όπου συνοψίζονται τα χαρακτηριστικά της περιόδου. Herni Pirenne, Storia economica e sociale del Medioevo, Ρώμη 2012, 42–44. Πρβλ. Rosalind Brooke/ Christopher Brooke, La religione popolare nellEuropa Medievale, Μπολόνια 1989, 11, όπου σημειώνεται ότι, παρά τις διαφορές της, η υψηλή και η λαϊκή θρησκεία αποτελούσαν μια ενότητα στη θρησκευτική εικόνα των ανθρώπων καθ’ όλη την περίοδο του Μεσαίωνα· και Ζακ Λε Γκοφ, Το φαντασιακό στο Μεσαίωνα, Αθήνα 2008, 21–33, όπου ορίζεται χρονικά και ιδεολογικά ο Μεσαίωνας. Ιδιαίτερα για την περίοδο που μας αφορά, βλ. David Nicholas, Η εξέλιξη του μεσαιωνικού κόσμου. Κοινωνία, διακυβέρνηση και σκέψη στην Ευρώπη, 312–1500, Αθήνα 1999, 528 κ.ε. Για τη βυζαντινή Ανατολή, βλ. Hans-Georg Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, Αθήνα 2000, 117 κ.ε. και 351 κ.ε.

[12] Για την ανάπτυξη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την περίοδο αυτή, βλ. Paola Vismara, «Il cattolicesimo dale “riformma cattolica” all’assolutismo illuminato», στο Giovanni Firolamo / Daniele Menozzi (επιμ.), Storia del cristianesimo, τ. 3: Letà moderna, Ρώμη / Bari 2001, 181 κ.ε. Για για τις σχέσεις με την Ανατολική Εκκλησία, ιδιαίτερα την περίοδο που μας αφορά, βλ. Gerardo Cioffari o.p., «Storia dei rapporti Roma – Costantinopoli dal 1453 al 1958», Bari 2018, 23–66 και Steven Runciman, Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία. Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως λίγο πριν από την άλωση της Πόλης και την Επανάσταση του 1821, τ. 2, Αθήνα 1979, 426 κ.ε.

[13] Gerhard Podskalsky, Η ελληνική θεολογία επί Τουρκοκρατίας, 1453–1821. Η Ορθοδοξία στη σφαίρα επιρροής των δυτικών δογμάτων μετά τη Μεταρρύθμιση, Αθήνα, 2005, 210.

[14] Χρύσα Μαλτέζου, «Η εις Ιταλίαν περιπέτεια Μάξιμου του Πελοποννησίου μέχρι της εγκαταστάσεώς του εις τα Ιωάννινα», Θησαυρίσματα 6 (1969), 113–119.

[15] Ἐγχειρίδιον κατὰ τοῦ σχίσματος τῶν Παπιστῶν. Συντεθὲν μὲν Παρὰ τοῦ Σοφωτάτου Ἱερομονάχου Μαξίμου τοῦ Πελοποννησίου. Νῦν δὲ τυπωθέν, Διὰ Προστάγματος Τοῦ εὐσεβεστάτου Ἐκλαμπροτάτου καὶ Γαληνοτάτου Αὐθέντου καὶ Ἡγεμόνος πάσης Οὐγγροβλαχίας Κυρίου Κυρίου Ἰωάννου Κωνσταντίνου Μπασαράμπα Βοεβόνδα τοῦ Μπραγκοβάνου. Ἐν τῇ Αὐθεντικῇ Τυπογραφίᾳ τῇ ἐν Μπουκουρεστίῳ. Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳχϞ΄ [1690], κατὰ μῆνα Ἰαννουάριον.

[16] Podskalsky, 211.

[17] Podskalsky, 206. Μανούσος Ι. Μανούσακας, «Ναθαναήλ Χίκας ο Αθηναίος και τα ανέκδοτα έργα αυτού», ΕΜΑ 4 (1951–1952), 3–48 και Μανούσος Ι. Μανούσακας, «Συμπληρωματικά εις τα περί Ναθαναήλ Χίκα», ΕΜΑ 4 (1951–1952), 207–213.

[18] Για μια ανάλυση, βλ. Μανούσακας, «Ναθαναήλ Χίκας…», 11–14. Ο Podskalsky υποτιμά το περιεχόμενο και τον συγγραφέα, βλ. Podskalsky, 206–207.

[19] Apologia f. Aegidii a Cesaro in Catalatinon Nathanaelis Xhichae Atheniensis, in quibus 53. tres propositiones haereticales, vel erroneae ad hominem confutantur / Ἀπολογία φρὰ Αἰγιδίου τοῦ ἐκ Καισάρου … εἰς τὸ Κατὰ Λατίνων Ναθαναὴλ Χύχα τοῦ Ἀθηναίου, Βενετία 1678. Αντίτυπο του έργου υπάρχει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

[20] Risāla li-Nas̠anāʾīl Ḫīḫā al-Ās̠īnāʾī fī naqẓ al-daʿwī bi-riyāsat al-bābā turjamat min al-luġat al-yūnānīyya ila al-ʿarabiyya ḥadīs̠an (=Επιστολή του Ναθαναήλ Χύχα του Αθηναίου εναντίον των αξιώσεων περί πρωτείου του Πάπα. Μεταφράστηκε από την ελληνική γλώσσα στην αραβική εκ νέου. Τυπώθηκε με εντολή του Κυρίου Κυρίου Κυρίλλου πατριάρχη Ιεροσολύμων, Ιερουσαλήμ, Πατριαρχικό Τυπογραφείο του Παναγίου Τάφου, 1869). Ευχαριστούμε τη φίλη και συνάδελφο Κατερίνα Στάθη και τον Μαρίνο Σαρηγιάννη για τη βοήθειά τους στη μετάφραση από τα αραβικά.

[21] Εμμανουήλ Γεωργουδάκης, «Οι απαρχές της αραβικής τυπογραφίας και οι αραβικές εκδόσεις του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων», στην ημερίδα «Η έρευνα για τον νεότερο και σύγχρονο αραβικό κόσμο στην Ελλάδα», Γαλλική Σχολή Αθηνών, 12.04.2013

[22] Αγαμέμνων Τσελίκας, «Η τυπογραφία στα Ιεροσόλυμα», Η Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 24.03.1996.

[23] Γεωργουδάκης, «Οι απαρχές της αραβικής τυπογραφίας…», [19].

[24] Για τη σχετική δραστηριότητα στο ιστορικό της πλαίσιο, βλ. όσα γράψαμε στο «Οι πολλές ζωές ενός κειμένου: Η μετάφραση της “Κλίμακος” του Ιωάννη Σιναΐτη από τον Μάξιμο Μαργούνιο (1590)»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η τέταρτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής προ του Πάσχα είναι αφιερωμένη στον Ιωάννη της Κλίμακος. Στη συλλογή Παλαιτύπων και Σπανίων του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου του ΜΙΕΤ φυλάσσεται ένα αντίτυπο της μετάφρασης της Κλίμακος του Ιωάννη από τον Μάξιμο Μαργούνιο, τυπωμένο στη Βενετία το 1590.